Η κοινωνία πολιτών υπερασπίζεται τη δημοκρατία, απέναντι στα φρούρια, του Δρ. Νίκου Γιαννή
Η κοινωνία πολιτών υπερασπίζεται τη δημοκρατία, απέναντι στα φρούρια.
Σύμφωνα με τον στοιχειώδη ορισμό της δημοκρατίας του Νορμπέρτο Μπόμπιο, ως δημοκρατικό καθεστώς εννοούμε, κατά πρώτο λόγο, ένα σύνολο διαδικαστικών κανόνων για τη διαμόρφωση συλλογικών αποφάσεων, που προβλέπει και διευκολύνει την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή των ενδιαφερομένων. Όπως παρατηρεί δε σε άλλο κείμενο ο Ν. Μπόμπιο, «δημοκρατία είναι να είναι ασφαλές να είναι κανείς αντιδημοφιλής». Χρειάζεται, λοιπόν, σε μια δημοκρατία η κοινωνία πολιτών και, ειδικά στην οργανωμένη εκδοχή της, τον κόσμο των ΟκοιΠ, να είναι πάντοτε δημοφιλής; Πώς θα συμβιβαζόταν κάτι τέτοιο με τον συστατικό προορισμό της κοινωνίας πολιτών ως φορέα αλλαγής και καινοτομίας, ως μια δύναμη — πιθανόν τη μόνη — συνεχούς επιδίωξης της αλλαγής, η οποία εξ ορισμού έρχεται αντιμέτωπη με την εμπεδωμένη κατάσταση; Είναι η δημοφιλία, λοιπόν, της κοινωνίας πολιτών και η αναγνώριση του έργου των φορέων της απλώς ένα ζήτημα επικοινωνίας; Είναι, από την άλλη, η κοινωνία πολιτών εξ ορισμού πάντοτε απέναντι στην κρατική εξουσία ή λειτουργεί και συμπληρωματικά;
Οι ενδιαφερόμενοι προς συμμετοχή είναι δυνητικά όλοι όσοι διαθέτουν την ιδιότητα του πολίτη και, επέκεινα αυτής, όσοι διαμένουν νομίμως σε μια χώρα με βάση τα δικαιώματα που απολαμβάνουν βάσει των διεθνών συνθηκών. Αυτή η συμμετοχή συντελείται με τρεις τρόπους: (1) ως οικονομικώς δρώντα άτομα, με βάση την ελεύθερη επιλογή και την ελευθερία των συμβάσεων, (2) ως «τυπικοί» πολίτες, με κομματική προτίμηση και συμβατικές πολιτικές και φορολογικές υποχρεώσεις και δικαιώματα, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου που αποφασίζονται και εφαρμόζονται από τους «νόμους κι αστυνόμους», τέλος (3) ως ενεργοί πολίτες στο πλαίσιο της κοινωνίας πολιτών, δρώντας εθελοντικά και κατά συνείδηση μόνον, χωρίς δηλαδή την προσδοκία οποιουδήποτε ανταλλάγματος, διαπνεόμενοι από αλτρουιστικά κίνητρα.
Ο Τζων Στιούαρτ Μιλ διακρίνει τους πολίτες σε ενεργούς και παθητικούς και διευκρινίζει ότι συνήθως οι κυβερνώντες προτιμούν τους δεύτερους επειδή είναι πολύ πιο εύκολο να εξουσιάζεις υπηκόους υπάκουους ή αδιάφορους, αλλά η δημοκρατία, όπως λέει, έχει ανάγκη από τους πρώτους.
Ο ορισμός μου της κοινωνίας πολιτών: ο αυτοτελής χώρος μεταξύ της ιδιωτικής οικονομίας και των επίσημων πολιτικών θεσμών μιας κοινότητας, τους οποίους αναπόδραστα συμπληρώνει χωρίς να υποκαθιστά, μέσα στον οποίο διασφαλίζονται η ποιότητα και το βάθος μιας συμμετοχικής και αλληλοελεγχόμενης δημοκρατίας και όπου καταξιώνεται ένα κοινωνικώς υπεύθυνο και ατομικώς αυτόνομο άτομο, με συνείδηση της οικουμενικότητας των κοινών προβλημάτων, της τοπικότητας της συλλογικής μας δράσης και του φθαρτού, άρα ηθικού, προορισμού καθενός μας και όσων το επιθυμούν μιας ηθικής φιλοδοξίας — ένας συνειδητός και ενεργός κατά το δυνατόν πολίτης.
Κατά συνέπεια, η αντιπροσωπευτική διάσταση (εκλογές, δημόσιοι θεσμοί) με τη συμμετοχική διάσταση (κοινωνία πολιτών, εθελοντισμός) της φιλελεύθερης δημοκρατίας είναι ισότιμες αξιακά, ηθικά, πολιτικά και συνταγματικά. Γι’ αυτό το άρθρο 12 εγγυάται εξαρχής ότι «Οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τηρώντας τους νόμους, που ποτέ όμως δεν μπορούν να εξαρτήσουν την άσκηση του δικαιώματος αυτού από προηγούμενη άδεια. Το σωματείο δεν μπορεί να διαλυθεί για παράβαση του νόμου ή ουσιώδους διάταξης του καταστατικού του, παρά μόνο με δικαστική απόφαση». Η εγγύηση αυτή, που βρίσκεται μόλις στο δεύτερο μέρος του ελληνικού Συντάγματος, «Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα», δεν είναι λιγότερο ισχυρή από τις προβλέψεις του Συντάγματος για τη δημιουργία πολιτικών κομμάτων. Όσο απαραίτητα είναι τα τελευταία για τη σύσταση και λειτουργία της δημοκρατίας, άλλο τόσο είναι για τη δημοκρατία και οι ενώσεις πολιτών, οι σύλλογοι, τα ιδρύματα, οι Αστικές μη Κερδοσκοπικές Εταιρείες και οι επιτροπές εράνων, προκειμένου να διασφαλίζεται η δυνατότητα συλλογικής εθελοντικής συμβολής κάθε πολίτη στο κοινό καλό. Οι ενώσεις πολιτών συμβάλλουν στην υπεράσπιση του δικαιώματος της πληροφόρησης, της ελεύθερης σκέψης, έκφρασης και διακίνησης ιδεών, των συναθροίσεων και των άλλων συναπτόμενων ελευθεριών, εφόσον τηρείται ο νόμος.
Τα παραπάνω δικαιώματα είναι κατοχυρωμένα και για την έκφραση και διεκδίκηση ατομικών συμφερόντων των μελών της κοινότητας, η οποία όσο πιο ισχυρή και απροκάλυπτη είναι, τόσο προσεγγίζει το πρότυπο που φαίνεται να προβάλλεται στις μέρες μας της επιβολής του δυνατού, απλώς «γιατί μπορεί». Στον αντίποδα, πρόσφατα ο Πρωθυπουργός του Καναδά, εμπνεόμενος από τον Β. Χάβελ, που το αποκάλεσε «να ζεις μέσα στο ψεύδος», δηλαδή «η ισχύς του συστήματος δεν προέρχεται από την αλήθεια του, αλλά από την προθυμία όλων να συμπεριφέρονται σαν να ήταν αληθινό», σήμανε συναγερμό: «Οι ισχυροί έχουν την ισχύ τους. Όμως κι εμείς έχουμε κάτι: την ικανότητα να σταματήσουμε να προσποιούμαστε, να κατονομάζουμε την πραγματικότητα, να ενισχύουμε τη δύναμή μας στο εσωτερικό και να δρούμε από κοινού….. Ένας κόσμος φρουρίων θα είναι φτωχότερος, πιο εύθραυστος και λιγότερο βιώσιμος».
Σήμερα ένας αριθμός παγκοσμίων προκλήσεων έχουν θέσει σε κίνδυνο τη δημοκρατία: γεωπολιτική αναταραχή, κλιματική κρίση, δημογραφικές ανισορροπίες και μετακινήσεις ανθρώπων, έκρηξη και κατάχρηση της τεχνολογίας από κράτη και επιχειρήσεις, δημοκρατική κόπωση στον ανεπτυγμένο μεταψυχροπολεμικό κόσμο, όξυνση των ανισοτήτων εντός του ανεπτυγμένου κόσμου και μείωση των ανισοτήτων με τις ανερχόμενες, υβριδικές απειλές όπως η παραπληροφόρηση, φρενήρης αύξηση της ταχύτητας σε όλα σχεδόν τα πεδία. Αυτές οι εξελίξεις οδηγούν σε διόγκωση των προβλημάτων ψυχικής υγείας, που αποτελεί πλέον παγκόσμια νόσο, και σε ανασυγκέντρωση της εξουσίας στα εθνικά κέντρα και άσκηση υπό συνθήκες κατεπείγοντος και συναγερμού. Αυταρχικές προσωπικότητες αναδύονται. Οι μείζονες κρίσεις, οι πόλεμοι και οι πανδημίες δεν τα πήγαιναν ποτέ καλά με τη δημοκρατία, «πολυτελές αγαθό» για άλλους καιρούς. Μεταξύ των «πολυτελών αγαθών» και η κοινωνία πολιτών και οι οργανώσεις της. Γιατί διαρρηγνύουν την εθνική ενότητα «μια φωνή, μια γροθιά», γιατί υποκρύπτουν ανεκπλήρωτες προσωπικές ατζέντες — φιλοδοξίες ή οικονομικές ιδιοτέλειες — παρά ευγενείς σκοπούς, οι φερόμενες «ευγενείς προθέσεις» ερεθίζουν μια μεγάλη μάζα μιας ούτως ή άλλως ευθυγραμμισμένης κοινής γνώμης και ποιος ξέρει, μπορεί να είναι και όργανα ξένων καταχθόνιων δυνάμεων και χρηματοδοτών. Ως μόνη ευγενής, μη ιδιοτελής-εθελοντική δέσμευση, αναγορεύεται η πατρίδα ως μια εξιδανικευμένη υπερκείμενη συλλογική ταυτότητα, μπροστά στην οποία τα υπόλοιπα αγαθά (με άμεσο αποδέκτη τον άνθρωπο και το φυσικό περιβάλλον, για τα οποία υπάρχει η πατρίδα) υποχωρούν και υποτάσσονται, οι οργανώσεις που τα υπηρετούν, αν επιμένουν, συκοφαντούνται ή υφίστανται καταχρηστικές διώξεις. Παράπλευρη συνέπεια: η αξία και οι αξίες της πατρίδας, αντί να αναδεικνύονται, υπονομεύονται.
Οι αντιλήψεις των ατόμων μιας κοινότητας για τη συμμετοχή, εθελοντική και υποχρεωτική, δικαιώματα και υποχρεώσεις, η πολιτική κουλτούρα, καθώς και για το προσωπικό και οικογενειακό συμφέρον και τη θέση του ως αξία στη διάδραση με την κοινότητα, αντανακλώνται στις αντιλήψεις των εκλεγμένων εκπροσώπων και, τελικά, της κυβέρνησης. Όπου λοιπόν το εθελοντικό πνεύμα, δηλαδή η προσφορά χωρίς την προσδοκία ανταλλαγμάτων, είναι αδύναμο και οσάκις ανύπαρκτο, εκεί οι αντιλήψεις, η αμφιβολία και η καταγγελία των εθελοντών και των οργανώσεών τους προσλαμβάνουν επιθετικό και γενικευμένο χαρακτήρα, διεκδικώντας την ακύρωση της συμμετοχικής διάστασης της δημοκρατίας και απογυμνώνοντας τη δημοκρατία από το πλέον απαραίτητο συστατικό της: την εθελοντική συμμετοχή. Εκεί οι βουλευτές και οι κυβερνώντες αντιμετωπίζουν τους εθελοντές και τις οργανώσεις τους ως παρίες, καθώς αντιλαμβάνονται τους πολίτες ως ψηφοφόρους ανά τετραετία και, συχνά, ως πελάτες στο πλαίσιο του πολιτικού ανταγωνισμού, και κατά συνέπεια το κράτος ως λεία — διακρίνονται δηλαδή από μια μονοπωλιακή αντίληψη της πολιτικής έναντι της κοινωνίας πολιτών και της συμμετοχής.
Σε χώρες όπου η λαϊκή κυριαρχία και η αντιπροσωπευτική δημοκρατία και, συνήθως, μία πανίσχυρη και μεγάλη (και δημοσιονομικά) κεντρική κυβέρνηση αποτελούν κυρίαρχο δόγμα πολιτικής και κυβερνητικής ταυτότητας, εκεί οι πολίτες, στην ουσία, αντιμετωπίζουν τον εαυτό τους ως «πρόβατα». Και όσοι ισχυρίζονται, μεταξύ αυτών, ότι διαπνέονται από εθελοντικό πνεύμα, δηλαδή προσφορά χωρίς προσωπικό αντάλλαγμα, είτε υποκρίνονται, γιατί στην πραγματικότητα επιδιώκουν δικά τους οφέλη, είτε είναι αθεράπευτα ρομαντικοί, δηλαδή αφελείς — «πρόβατα σε μία κοινότητα λύκων». Η κοινωνία πολιτών ευδοκιμεί όπου το κράτος είναι περιορισμένο και καλά οργανωμένο, με αποτελεσματικούς ελέγχους και εξισορροπήσεις.
«Είμαστε όλοι, ως έναν βαθμό, συνυπεύθυνοι για την κυβέρνηση, αν και δεν συγκυβερνούμε. Μια “υπερβολή” του κράτους οδηγεί σε ανελευθερία. Αλλά υπάρχει επίσης και μια “υπερβολή” της ελευθερίας. Υπάρχει, δυστυχώς, μια κατάχρηση της ελευθερίας, ανάλογη με την κατάχρηση της κρατικής εξουσίας. Η ελευθερία του λόγου και η ελευθερία των ιδεών μπορεί να γίνουν αντικείμενο κατάχρησης. Μπορεί να χρησιμοποιηθούν, για παράδειγμα, ως μέσα παραπληροφόρησης και υποκίνησης. Και με ακριβώς ανάλογο τρόπο μπορεί κάθε περιορισμός της ελευθερίας, μέσω της κρατικής εξουσίας, να γίνει αντικείμενο κατάχρησης. Χρειαζόμαστε την ελευθερία για να εμποδίσουμε την κατάχρηση της κρατικής εξουσίας και χρειαζόμαστε το κράτος για να εμποδίσουμε την κατάχρηση της ελευθερίας. Αυτό είναι ένα πρόβλημα το οποίο προφανώς δεν μπορεί ποτέ να λυθεί πλήρως, ούτε βάσει αρχών ούτε μέσω νόμων. Χρειάζεται ένα Συνταγματικό Δίκαιο και, περισσότερο από καθετί άλλο, καλή θέληση. Μόνο σε μια δικτατορία μπορεί να λυθεί αυτό το πρόβλημα εντελώς, με τη βασική παντοδυναμία του κράτους, την οποία για ηθικούς λόγους πρέπει να απορρίψουμε. Πρέπει να αρκούμαστε σε επιμέρους λύσεις και συμβιβασμούς και όχι να αποπροσανατολιζόμαστε από τη ροπή μας στην ελευθερία, παραβλέποντας το πρόβλημα της κατάχρησής της» (Καρλ Πόππερ, Η ζωή είναι επίλυση προβλημάτων).
Όταν το οικοδόμημα της δημοκρατίας που στεγάζει την κοινωνία πολιτών τρίζει, οι οργανώσεις της κοινωνίας πολιτών έχουν υποχρέωση να το στηρίξουν. Οι πολίτες στην κοινωνία πολιτών δεν είναι ούτε πελάτες ούτε, ακόμη χειρότερα, θεατές — είναι ενεργά κύτταρα στο πλαίσιο μιας καθημερινής δημοκρατίας. Γιατί η δημοκρατία, όπως και η αλήθεια, περισσότερο κι από τη διαστρέβλωση κινδυνεύει από τη σιωπή. Αν η ελεύθερη οικονομία περιέχει μια έκφραση «καταναλωτικής κυριαρχίας» και το κράτος μια έκφραση «νόμιμης κυριαρχίας», τότε η κοινωνία πολιτών είναι ένας αδιάκοπος αγώνας του νου και της καρδιάς ενάντια σε κάθε μορφή κυριαρχίας.
Δρ. Νίκος Γιαννής, Εργάζεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις Βρυξέλλες, Ιδρυτής της ΟΚοιΠ Επέκεινα Χώρα, Συγγραφέας και συντονιστής δράσεων κοινωνίας πολιτών